Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

3 Χ 5

Ούτε μία ούτε δύο, αλλά τρεις οι προσκλήσεις για το νέο παιχνιδάκι με τις λέξεις! Ακολουθούν και οι τρεις ιστορίες. Συγγνώμη για το σεντόνι που θα δείτε, αλλά δεν το συνηθίζω.

Η πρώτη πρόσκληση-πρόκληση ήρθε από το patsiouri. Μου έδωσε τις λέξεις
ψυχάκι, υπομονή, νυχτολούλουδο, μπάτσος και θαλπωρή.
Ιδού το αποτέλεσμα:




«Ψυχάκι είναι η μάνα σου μωρή μαλακισμένη!!!» της φώναζε καθώς έβγαινε από το σπίτι. «Εγώ ψυχάκι; Εγώ; Πού θυσίασα όλα μου τα θέλω για να περνάς εσύ καλά και για να μην έχει να πει τίποτα η φώκια η μάνα σου; Η ψωνάρα; Που ήθελε γαμπρό δικηγόρο κι από σόι; Δεν της έφτανε που σε είχα βασίλισσα και έτρεχα όλη μέρα για να τα έχεις όλα! Αλλά τώρα θα δείτε την αξία μου! Κι εσύ κι αυτή!»

Ενώ έκλεινε με δύναμη την πόρτα πίσω του, η Ελεονόρα με λυγμούς έλεγε κάτι ανάμεσα σε παρακάλια και σε βρισιές. Δεν έμεινε να ακούσει τίποτα. Η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Πλέον πίστευε ότι από την αρχή είχε πέσει θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου. Μάνα και κόρη τον τύλιξαν. Με βήμα γοργό και σταθερό κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπό του ενώ η μυρωδιά του νυχτολούλουδου ήταν διάχυτη τη ζεστή εκείνη καλοκαιρινή νύχτα. Ένιωθε πια να αναπνέει καθαρό αέρα. Τον αέρα που τρία χρόνια τώρα του είχαν στερήσει μάνα και κόρη.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε μπροστά τη μηχανή. Άναψε ένα τσιγάρο και πάτησε το γκάζι. Δεν ήξερε που πήγαινε. Ήθελε μόνο να φύγει μακριά. Όσο πιο μακριά γινόταν. Σε κείνο το σπίτι δεν ήθελε να ξαναγυρίσει. Στο φανάρι, άνοιξε το φλασκί του και ήπιε δυο γερές ρουφηξιές από το δυνατό ουίσκι που είχε μαζί του. Στο επόμενο φανάρι άδειασε το μισό. Από το στέρεο του αυτοκινήτου ακούγονταν δυνατά καψουροτράγουδα. Ό,τι έπρεπε για την περίσταση. Πάτησε το γκάζι. Το μυαλό του ήταν θολωμένο. Δεν ήξερε πια τι ήθελε ή που πήγαινε. Μόνο έτρεχε. Έτρεχε.

Πέρασε τρία κόκκινα. Σε λίγο άκουσε από πίσω του μια σειρήνα. Ένα περιπολικό τον καταδίωκε. Του έκανε σήμα να κάνει στην άκρη. Σταμάτησε. Ο μπάτσος βγήκε και πλησίασε στο τζάμι του αυτοκινήτου του. Του ζήτησε να κατέβει από το αμάξι και να του δώσει τα χαρτιά του. Τον πλησίασε ένας άλλος και του ζήτησε να φυσήξει στο μηχάνημα. Το μόνο που δεν ήθελε να του συμβεί. Να του κάνουν αλκοτέστ εκείνη τη στιγμή. Δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Φύσηξε. «Πιο δυνατά κύριε!», του είπε σε αυστηρό τόνο ο μπάτσος. Ξαναφύσηξε. Αυτή τη φορά ο μπάτσος γούρλωσε τα μάτια. «Λυπάμαι πολύ κύριε αλλά πρέπει να μας ακολουθήσετε στο τμήμα. Αύριο θα περάσετε από αυτόφωρο.» Παρά τις διαμαρτυρίες του, τον οδήγησαν στο περιπολικό και ένας μπάτσος πήρε το αυτοκίνητό του.

Στο κρατητήριο είχε παρέα. Ένας άλλος μεθυσμένος και μία τραβεστί. Του είχε φύγει πια και το μεθύσι και όλα. Σκεφτόταν που είχε μπλέξει. Ξέσπασε. Ένα δάκρυ κύλησε από την άκρη του ματιού του. Τον πλησίασε η τραβεστί. «Συλβάνα» του συστήθηκε. «Νίκος», απάντησε και της έδωσε το χέρι. Δεν τον ένοιαζε πια ούτε που ήταν ούτε ποιον είχε απέναντί του. Το μόνο που ήθελε ήταν να τα πει και να ξεσπάσει. Και είχε βρει καλό ακροατή. Είχε ακούσει αυτή ιστορίες…

Το πρωί ξύπνησε από τη φωνή του μπάτσου. Έπρεπε να τον πάνε στο αυτόφωρο. Είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά της Συλβάνας. Όλο το βράδυ έκλεγε σαν μωρό. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, μέσα σε εκείνο το υγρό και σκοτεινό κελί, είχε βρει την θαλπωρή που του είχε στερήσει η γυναίκα του. Στην αγκαλιά μιας «αλλόκοτης»…




Δεύτερη έφτασε η πρόσκληση από τη Citronella. Οι λέξεις της: πευκοβελόνες, ταξί, παγωτό, εκδρομή, γέλιο.
Το αποτέλεσμα μικρότερο (ευτυχώς, για όλους) από το προηγούμενο:




«Μανωλάκι! Μανωλάκι! Μην τρέχεις έτσι παιδί μου! Θα γλιστρήσεις στις πευκοβελόνες! Πρόσεχε σου λέω!»

«Μαμά προσέχω σου λέω! Δεν πέφτω εγώ!»

«Αχ βρε κερατά! Δε θα σε ξαναφέρω στο πάρκο! Να το ξέρεις!»

Τα ίδια έλεγε κάθε φορά. Αλλά κάθε Κυριακή έπαιρνε το μοναχοπαίδι της και με ταξί έφταναν στο Άλσος του Γαλατσίου. Τον άφηνε να τρέχει και να παίζει με τα άλλα παιδάκια. Του αγόραζε και παγωτό. Σοκολάτα και φιστίκι που του άρεσαν πολύ. Τρία χρόνια χήρα. Δούλευε και τα Σάββατα για να τα βγάλει πέρα. Φέτος ο Μανωλάκης θα ξεκινήσει και το σχολείο. Η μόνη τους διασκέδαση αυτή η μικρή εκδρομή. Από τα Κάτω Πατήσια στο άλσος Γαλατσίου. Από το ανήλιαγο μικρό δυαράκι του πρώτου ορόφου στο όμορφο αλσάκι. Όλη τη βδομάδα περίμενε την Κυριακή για να βρει το γέλιο τη θέση του στο σκυθρωπό της πρόσωπο. Κι ας φώναζε κάθε φορά στο Μανωλάκη ότι δε θα τον ξαναφέρει αν δεν είναι φρόνιμος…




Και τέλος η ιστορία με τις λέξεις της Beniamin. Οι λέξεις της: παραλογισμός, ανούσια, ασετόν, φλοκάτη, καγκελόπορτα.
Ιδού:



Έτρεχε να προλάβει. Μέσα στο γενικό παραλογισμό των ημερών φοβόταν ότι δε θα τα προλάβει όλα. Γιορτές σου λέει ο άλλος. Ποιες γιορτές; Που κάθε χρόνο φορτώνεται όλο το σόι στο κεφάλι της; Και πρέπει να μην παραπονεθεί κανείς. Ο ένας δεν τρώει το ένα. Ο άλλος δεν θέλει αλάτι. Ο παππούς έχει ζάχαρο. Και τα παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω. Επτά ξαδέρφια σύνολο που βρίσκονται τέτοιες μέρες κάθε χρόνο και τα κάνουν όλα άνω κάτω!

Έχουν αρχίσει να της φαίνονται όλα αυτά ανούσια. Η μόνη που δε θέλει να έρθουν οι γιορτές. Τις φοβάται. Ακόμα δεν έχει συνηθίσει. Πρέπει να είναι και καλή νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα και περιποιημένη στην τρίχα για την εκκλησία και τις καθημερινές εξόδους.

Έχει φτάσει η Μεγάλη Παρασκευή. Λίγες μέρες έχουν μείνει μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό της. Είναι απόγευμα και έχει ήδη ετοιμάσει τα εντόσθια για την μαγειρίτσα. Ετοιμάζεται για την εκκλησία. Ξεβάφει τα ταλαιπωρημένα νύχια της με ασετόν. Έχει βυθιστεί στις σκέψεις της και σιχτιρίζει τη μοίρα της. Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατός ήχος από έξω. Σαν κάτι να σκάει. Σαν τρακάρισμα. Σαν βόμβα. Δεν ξέρει τι είναι. Από την τρομάρα της, το ασετόν της πέφτει από τα χέρια και χύνεται πάνω στην κόκκινη φλοκάτη του υπνοδωματίου. Αυτό της έλειπε τώρα. Βγαίνει γρήγορα στο μπαλκόνι να δει τι συμβαίνει. Τα κωλόπαιδα γκρέμισαν την καγκελόπορτα της αυλής…



Αυτά λοιπόν... Ελπίζω να μην απογοήτευσα τις φίλες που με κάλεσαν στο ωραίο αυτό παιχνιδάκι. Κι επειδή το διασκέδασα εγώ πιστεύω πως θα το διασκεδάσει όποιος παίξει...

Και με τη σειρά μου προσκαλώ τους: Crazy Cow, deadend mind, kyrallina, monte christo και Χαλαρά να γράψουν από μια μικρή ιστορία με τις λέξεις: κατούρημα, καφές, λουκάνικο, τρένο και ημικρανία.

Καλή τους τύχη!

14 σχόλια:

CrazyCow είπε...

Η πρώτη ήταν η καλύτερη... Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση. ίσως αργήσω λίγο αλλά θα τη γράψω...

Σπιτόγατος είπε...

Κι εγώ αυτό πιστεύω, crazycow. Αλλά η πρώτη μου είχε βγει ήδη μεγάλη και έπρεπε να κάνω λίγο πιο σύντομες τις άλλες...

Περιμένω και τη δική σου!
:)

Citronella είπε...

Αα όχι οχι την άλλη φορά να μην τις κάνεις σύντομα, πραγματικά όμορφες:)
(Χμ..μου φαίνεται πρέπει κάποιος να σου ξαναδώσει πρόσκληση χαχα!!)

snikolas είπε...

Εσύ ρε παιδί μου ολόκληρο μυθιστόρημα έγραψες! :)

Σπιτόγατος είπε...

citronella, ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια, αλλά μήπως υπερβάλεις;
(πες κι άλλα...)
;)

νικόλα, το είπα ότι ακολουθεί σεντόνι. Αλλά όχι και μυθιστόρημα...

deadend mind είπε...

Η δεύτερη ιστορία σου λες και ξεπήδησε από ταινία του Ξανθόπουλου! Παρακάτω τι γίνεται; Τυφλώνεται ο Μανωλάκης και πέφτει βαριά άρρωστη με πυρετό η χαροκαμένη μάνα του, αλλά δεν έχει λεφτά να πληρώσει για τα φάρμακα και ο Μανωλάκης Καίλας γίνεται λουστράκος; ;)

Θα γράψω, τώρα γράφω της Μαριλίνας που είναι πρώτη, μετά έχεις εσύ σειρά.. Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.. :-)

Σπιτόγατος είπε...

Όχι. Μένει ανάπηρη η μάνα του και δε μπορεί να δουλέψει και αναγκάζεται ο Μανωλάκης Καΐλας να δουλέψει λουστράκος. Και καταφέρνει και σπουδάζει γιατρός και γνωρίζει μια κοπέλα πλούσια αλλά τυφλή και...και...

xalara είπε...

εσύ παιδί μου, πολύ σοβαρά το πήρες το παιχνίδι, σκέτος συγγραφέας! θα φροντίσω να μη σε απογοητεύσω :)

kyrallina είπε...

Πειράζει που έγραψα μια ιστορία και για τις δυο προσκλήσεις χρησιμοποιώντας και τις δέκα λέξείς;
Πολύ ωραίες ιστορίες, ειδικά η πρώτη!

patsiouri είπε...

Α χα χα χα χα, πέθανα στα γέλια, ειδικά με την πρώτη, και νόμιζα πως δέν υπάρχει "χειρότερη" από τη δικιά μου!!!

Σπιτόγατος είπε...

xalara, μου βγήκε...φαίνεται είχα κρυμμένο ταλέντο και δεν το ήξερα...;ΡΡΡ

kyrallina, εννοείται πως δεν πειράζει. Κι εγώ αυτό ήθελα στην αρχή να κάνω, αλλά με 15. Τελικά επέλεξα την πεπατημένη...
;)

patsiouri, ακόμα τη δική σου δεν την έχουμε διαβάσει για να δούμε πια είναι η χειρότερη...:ΡΡΡ
Ακόμα περιμένουμε!!!
:)

xalara είπε...

έκανα την εργασία μου!

kwlogria είπε...

Γαμώ τα ωραία και τα τρία και γαμώ τις ωραίες λέξεις που τους έδωσες! Οι κωλόφαρδοι!!!! :):):):):):)

Σπιτόγατος είπε...

Κωλόγρια, εννοείται πως αν σου αρέσουν οι λέξεις γράφεις κι εσύ ιστορία...
εσύ δε χρειάζεσαι πρόσκληση!!!
;)